Η πόντιση του υποβρύχιου καλωδίου ηλεκτρικής ενέργειας GSI και η κατοχύρωση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο. Χαμένοι στη μετάφραση και στους δαιδάλους της διπλωματίας…

Η πόντιση του υποβρύχιου καλωδίου ηλεκτρικής ενέργειας GSI και η κατοχύρωση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Χαμένοι στη μετάφραση και στους δαιδάλους της διπλωματίας…

Τα τελευταία 24ωρα είμαστε θεατές μιας πρωτοφανούς κατάστασης, όπου ο σεβασμός ή μη των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας επί της υφαλοκρηπίδας και της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ) της στην Ανατολική Μεσόγειο, εξαρτάται από τον τρόπο ενημέρωσης της Τουρκίας από την Γαλλία για την επανέναρξη των εργασιών επιθεώρησης βυθού για την εγκατάσταση του υποβρυχίου καλωδίου ηλεκτρικής ενέργειας GSI, το οποίο θα συνδέει την Κρήτη με την Κύπρο. Στο πλαίσιο αυτό, αποδίδεται καθοριστική σημασία στην χρήση και ερμηνεία όρων, όπως «ανακοίνωση», «ενημέρωση» και «γνωστοποίηση» (notification), σε αντιδιαστολή με την «άδεια» (permit) που θα ζητήσουν οι γαλλικές εταιρείες Meridiam και Nexans France από την Ελλάδα, ενώ στη συζήτηση συμμετέχει ενεργά και η Τουρκία μέσω του Τούρκου ΥΠΕΞ.

Προκειμένου να γίνει κατανοητή αυτή η ψευδαίσθηση λύσης στο ακανθώδες ζήτημα της πόντισης υποβρυχίων καλωδίων και αγωγών στην Ανατολική Μεσόγειο, θα πρέπει να συνεκτιμηθούν τα εξής:

  1. Η Τουρκία διεκδικεί το σύνολο της ελληνικής υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένης της οριοθετημένης ΑΟΖ, βάσει της συμφωνίας μερικής οριοθέτησης με την Αίγυπτο, αναγνωρίζοντας στα ελληνικά νησιά μόνον χωρικά ύδατα 6 ν.μ. Τα εν λόγω όρια, τα έχει ανακοινώσει στα Ηνωμένα Έθνη ήδη από το 2020.
  2. Στο πλαίσιο αυτό, απαιτεί ενημέρωση, ως παράκτιο κράτος, για τη διενέργεια επιθεώρησης βυθού για την πόντιση του υποβρυχίου καλωδίου GSI, εφόσον το τελευταίο διέρχεται από διεκδικούμενες από την Τουρκία περιοχές υφαλοκρηπίδας. Σύμφωνα με τον Τούρκο ΥΠΕΞ, «η ενημέρωση θα πρέπει να γίνει εγγράφως (written notification) και να περιλαμβάνει πληροφορίες για το είδος των εργασιών και τις γεωγραφικές συντεταγμένες της περιοχής των ερευνών, προκειμένου να μην διαταραχθεί το “status quo” ούτε να δημιουργηθεί προηγούμενο με εντελώς λανθασμένο τρόπο».
  3. Το γεγονός ότι η τουρκική πλευρά αρχικά επέμενε σε «αδειοδότηση» των εργασιών και, στη συνέχεια, «υπαναχώρησε» αποδεχόμενη «γραπτή ενημέρωση» δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, εφόσον εξακολουθεί να απαιτεί ενημέρωση ως το παράκτιο κράτος επί της υφαλοκρηπίδας του οποίου θα πραγματοποιηθούν οι έρευνες. Επιπρόσθετα, τα στοιχεία που θα πρέπει να υποβληθούν στο πλαίσιο της γνωστοποίησης είναι κατ’ ουσίαν τα ίδια με τα στοιχεία που υποβάλλονται στα αιτήματα αδειοδότησης, ενώ τίποτα δεν εμποδίζει την Τουρκία να χορηγήσει άδεια βάσει των υποβληθέντων στοιχείων και/ή να εκδώσει NAVTEX για τη διενέργεια των εργασιών.
  4. Σημειώνεται ότι στην πράξη τα περισσότερα κράτη, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ και του ΗΒ, απαιτούν γνωστοποίηση όλων των εργασιών που σχετίζονται με την πόντιση υποβρυχίων καλωδίων, συμπεριλαμβανομένης της επιθεώρησης βυθού επί της υφαλοκρηπίδας τους, στη συνέχεια δε χορηγούνται οι απαραίτητες άδειες/εγκρίσεις. Η πρακτική της υποβολής πλήρους φακέλλου εργασιών στο πλαίσιο της γνωστοποίησης της πρόθεσης διενέργειας επιθεώρησης βυθού και/ή πόντισης υποβρυχίου καλωδίου, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων των πλοίων που θα χρησιμοποιηθούν για την πόντιση, της μεθοδολογίας και της φύσης των εργασιών, των γεωγραφικών συντεταγμένων της όδευσης του καλωδίου και, εφόσον ζητηθεί από το παράκτιο κράτος, υποβολή έκθεσης των αποτελεσμάτων των εργασιών μετά την ολοκλήρωσή τους, είναι ευρέως διαδεδομένη. Με τον τρόπο αυτό, διασφαλίζεται, αφενός, ο σεβασμός των κυριαρχικών δικαιωμάτων του παράκτιου κράτους και, αφετέρου, η έκδοση των απαραίτητων ναυτικών αγγελιών και η απρόσκοπτη διενέργεια των εργασιών. Επιπρόσθετα, ένας αξιοσημείωτος αριθμός κρατών απαιτεί τη χορήγηση άδειας για τη διενέργεια των ως άνω εργασιών.
  5. Τα αιτήματα υποβάλλονται κατά κανόνα δια της διπλωματικής οδού, είτε από το κράτος εθνικότητας της εταιρείας που έχει τη συνολική ευθύνη της πόντισης ή που της έχουν ανατεθεί επιμέρους εργασίες, όπως η διενέργεια επιθεώρησης βυθού ή οι εργασίες εγκατάστασης του καλωδίου, είτε από το κράτος της σημαίας του πλοίου που διενεργεί τις εν λόγω εργασίες Σύμβασης ΔΘ. Στην Ελλάδα, βάσει πάγιας πρακτικής, όλα τα συναφή αιτήματα υποβάλλονται μέσω της Πρεσβείας του κράτους εθνικότητας της εταιρείας που είναι υπεύθυνη για την υλοποίηση του συνολικού έργου ή είναι ανάδοχος (υπεργολάβος) των επιμέρους εργασιών και καθορίζει όλες τις σχετικές προδιαγραφές, συμπεριλαμβανομένων των πλοίων που θα χρησιμοποιηθούν. Το αίτημα δύναται να υποβληθεί και μέσω του κράτους εθνικότητας ενός των εταιρειών-συνιδιοκτητών του υποβρύχιου καλωδίου. Δεν γίνεται αποδεκτή, ωστόσο, η υποβολή αιτήματος μέσω του κράτους της σημαίας του πλοίου που διενεργεί τις εργασίες, λόγω της περιορισμένης συμμετοχής/ευθύνης του στην υλοποίηση του έργου. Συχνά, χρησιμοποιούνται περισσότερα του ενός πλοία υπό τη σημαία διαφορετικών κρατών, ορισμένα εκ των οποίων αντικαθίστανται κατά τη διάρκεια των εργασιών ή φέρουν «σημαίες ευκαιρίας» που καθιστά δύσκολη την επικοινωνία με το κράτος της σημαίας σε περίπτωση εμπλοκής. Αντιστοίχως, δεν γίνεται αποδεκτή η απευθείας υποβολή των αιτημάτων από τις εταιρείες πόντισης, εφόσον, σύμφωνα με το δίκαιο της θάλασσας, φορείς των συναφών δικαιωμάτων είναι τα κράτη και όχι οι ιδιώτες, οι οποίοι αντλούν τα δικαιώματά τους από τα αντίστοιχα κράτη (κράτος της σημαίας, κράτος εθνικότητας/ιθαγένειας).
  6. Η χορήγηση επιχειρησιακής άδειας (operational permit) για τη διενέργεια των εργασιών διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, την έγκαιρη υλοποίηση του έργου με την αποφυγή χρονοβόρων και κοστοβόρων καθυστερήσεων, εξ ου και είναι ευρέως αποδεκτή και από τις εταιρείες πόντισης. Άλλωστε, οι περισσότεροι όροι της άδειας αφορούν θέματα λειτουργικής φύσεως, όπως έγκαιρη ειδοποίηση των αρμόδιων λιμενικών αρχών και των αντίστοιχων Υδρογραφικών Υπηρεσιών προκειμένου να εκδοθούν οι απαραίτητες ναυτικές αγγελίες, καθημερινή ενημέρωση για την πορεία των εργασιών, λήψη μέτρων προστασίας των υφιστάμενων υποβρύχιων ζεύξεων, κ.α. Κατ’ ουσίαν, δηλαδή, πρόκειται περί εφαρμογής ενός συστήματος γνωστοποίησης και αναφοράς (notification and reporting system) δυνάμει του άρθρου 79(2) της Σύμβασης των ΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα του παράκτιου κράτους να λαμβάνει «εύλογα μέτρα» για την προστασία των κυριαρχικών δικαιωμάτων του επί της υφαλοκρηπίδας, χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να εμποδίσει την πόντιση του καλωδίου (Πρβλ. δημοσίευση στη σελίδα του Κέντρου cild.gr).
  7. Βάσει του διεθνούς δικαίου, αλλά και της διεθνούς πρακτικής, δεν νοείται διενέργεια επιθεώρησης βυθού και/ή πόντιση υποβρύχιου καλωδίου άνευ ενημέρωσης του παράκτιου κράτους – είτε πρόκειται περί αιτήματος αδειοδότησης είτε περί απλής γνωστοποίησης των εργασιών, η ενημέρωση θα πρέπει να γίνει προς τις αρμόδιες αρχές του παράκτιου κράτους επί της υφαλοκρηπίδας του οποίου θα ποντισθεί το καλώδιο, το οποίο στη συνέχεια θα προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης ναυτικών αγγελιών (NAVTEX) για λόγους ασφάλειας της ναυσιπλοΐας
  8. Ενημέρωση τρίτων γειτονικών κρατών δεν προβλέπεται από το διεθνές δίκαιο στο πλαίσιο της πόντισης υποβρυχίων καλωδίων. Η ενημέρωση γίνεται μόνον προς το παράκτιο κράτος προκειμένου να διασφαλίσει τα κυριαρχικά του δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας. Σημειώνεται εν προκειμένω ότι το καλώδιο GSI διέρχεται αποκλειστικά από περιοχές ελληνικής και κυπριακής υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ.
  9. Συνακόλουθα, οιαδήποτε ενημέρωση προς την τουρκική πλευρά ενέχει, εμμέσως πλην σαφώς, αναγνώριση των τουρκικών διεκδικήσεων στην περιοχή, πόσω μάλλον όταν η ενημέρωση γίνει επισήμως από την γαλλική πλευρά, δια της διπλωματικής οδού.
  10. Υπό το φως των ανωτέρω, είναι προφανές ότι η αδειοδότηση των εργασιών από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές έχει χάσει την όποια σημασία της για την κατοχύρωση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας στην περιοχή, εφόσον υπάρχει προσυνεννόηση για ενημέρωση και της Τουρκίας για τις εν λόγω εργασίες, με αντίστοιχο περιεχόμενο, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της τελευταίας. Η καινοφανής δε πρακτική των παράλληλων ανακοινώσεων των δύο ΥΠΕΞ στον τύπο, ισοδυναμεί με σιωπηρά συμφωνία/αποδοχή και από ελληνικής πλευράς της εν λόγω διευθέτησης, παραπέμποντας σε μια de facto συνδιαχείρηση. Όπως και να ερμηνευθεί ο όρος «ενημέρωση», η κατάληξη αυτή είναι αναπόφευκτη.
  11. Ο εν λόγω διακανονισμός θα αποτελέσει αρνητικό προηγούμενο όχι μόνον για μελλοντικά έργα υποβρύχιων ζεύξεων, ο αριθμός των οποίων έχει αυξηθεί κατακόρυφα, αλλά και για άλλες δραστηριότητες στην περιοχή, όπως τη διενέργεια θαλάσσιας επιστημονικής έρευνας. Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί κλιμάκωση της τουρκικής προκλητικότητας με τη συστηματική παρακολούθηση (και ενίοτε παρενόχληση) από τουρκικά πλοία όλων των πλοίων που διενεργούν ερευνητικές αποστολές, βάσει αδείας των αρμόδιων ελληνικών αρχών, προκειμένου να μην πραγματοποιηθούν εργασίες πέραν των ελληνικών χωρικών υδάτων. Με τις εν λόγω κινήσεις εκφοβισμού επιδιώκεται το «πάγωμα» όλων των δραστηριοτήτων πέραν του ορίου των 6 ν.μ., τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο, με την επίκληση των ορίων της τουρκικής υφαλοκρηπίδας, όπως έχουν ανακοινωθεί στα ΗΕ, συμπεριλαμβανομένου του τουρκο-λιβυκού Μνημονίου.
  12. Η διαχείριση της ως άνω κατάστασης, ιδίως μετά τις τελευταίες εξελίξεις και την επικύρωση του τουρκο-λιβυκού Μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, απαιτεί εγρήγορση και λήψη αποφασιστικών μέτρων, όπως την κατάθεση στη Γραμματεία των ΗΕ των γεωγραφικών συντεταγμένων των εξωτερικών ορίων της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, σύμφωνα με το άρθρο 156 του ν. 4001/2011, κατ’ εφαρμογήν των συναφών διατάξεων της Σύμβασης Δικαίου της Θάλασας. Με την εν λόγω κατάθεση, η οποία εκκρεμεί από το 2012, όταν υποβλήθηκε στην αρμόδια  Διεύθυνση Δικαίου της Θάλασσας και Θαλασσίων Υποθέσεων των ΗΕ (DOALOS) το άρθρο 156 του ν. 4001/2011, θα καταγραφούν επισήμως και επακριβώς οι περιοχές εκείνες εντός των οποίων η χώρα μας ασκεί τα κυριαρχικά δικαιώματα και τη δικαιοδοσία που της αναγνωρίζονται από το διεθνές δίκαιο. Σε αντίθεση δε με την Τουρκία, η οποία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση, η κατάθεση θα γίνει προς τον ΓΓΗΕ ως θεματοφύλακα της Σύμβασης και θα συμπεριληφθεί σε ειδική βάση δεδομένων των ΗΕ.
  13. Ως λύση για την αποφυγή του αδιεξόδου έχει προταθεί και η αλλαγή στρατηγικής έναντι της Τουρκίας με την επίκληση του νομικού καθεστώτος της ελευθερίας πόντισης υποβρυχίων καλωδίων, υπό την έννοια ότι, βάσει του διεθνούς δικαίου, ουδεμία άδεια απαιτείται από το παράκτιο κράτος για τις εν λόγω εργασίες. Η εν λόγω προσέγγιση, η οποία βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την πάγια πρακτική έγκρισης από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές όλων των συναφών εργασιών εντός του ελληνικού θαλασσίου χώρου, δεν είναι μόνον πολιτικά και νομικά προβληματική, αλλά κυρίως δεν αντιμετωπίζει την ουσία του προβλήματος, ήτοι, τη διεκδίκηση από την Τουρκία της ελληνικής υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ, επί της οποίας διενεργούνται οι έρευνες για την πόντιση του καλωδίου και ως προς την οποία η τουρκική πλευρά δεν πρόκειται να υπαναχωρήσει. Το ζήτημα αυτό δεν δύναται να αντιμετωπισθεί με την επίκληση της αρχής της ελευθερίας της ανοικτής θάλασσας ως νομικής βάσης για τη διενέργεια επιθεώρησης βυθού, εφόσον δεν αμφισβητείται το νομικό καθεστώς της πόντισης και τα συναφή δικαιώματα του παράκτιου κράτους, αλλά η Ελλάδα ως το παράκτιο κράτος επί της υφαλοκρηπίδας του οποίου θα ποντισθεί το καλώδιο. Ακόμα και εάν υπήρχε η πολιτική βούληση κατάργησης της μέχρι τούδε πρακτικής ως προς την πόντιση υποβρυχίων καλωδίων εντός του ελληνικού θαλασσίου χώρου, δεν είναι δυνατόν να παρακαμφθεί τελείως το παράκτιο κράτος.
  14. Ούτε η εμπλοκή της γαλλικής πλευράς φαίνεται ότι μπορεί να λύσει τον «γόρδιο δεσμό» της πόντισης του καλωδίου, χωρίς επιπτώσεις για την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Η πλέον δόκιμη και πρακτική λύση θα ήταν να προχωρήσουν οι εργασίες βάσει της υφιστάμενης άδειας του ΑΔΜΗΕ, άνευ οιασδήποτε ενημέρωσης της τουρκικής πλευράς.

Υπό το φως των ανωτέρω, τίθεται υπό αμφισβήτηση, από πολιτικής τουλάχιστον άποψης, η ορθότητα της απόφασης να μεταβιβασθεί το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών της Great Sea Interconnector (GSI) στον γαλλικό επενδυτικό όμιλο Meridiam και «να επιστρατευθεί» η Γαλλία ως «οιονεί διαμεσολαβητής» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας για την επίλυση αυτού του τόσο προβληματικού ζητήματος που άπτεται της άσκησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Μια κίνηση που μπορεί να συνεπάγεται συμπεριφορές που θα αποτελέσουν προηγούμενο και για άλλες δραστηριότητες στην περιοχή, διακινδυνεύοντας αλλαγή του status quo στην Ανατολική Μεσόγειο.

31.10.2026

Το Δ.Σ. του Κέντρου