Δεν είναι σύνηθες στην Ελλάδα, αλλά η δημοσιοποίηση είδησης για φωτογραφίες από την εκτέλεση των «200» πατριωτών στην Καισαριανή την 1η Μαΐου 1944, κινητοποίησε πολλαπλές αντιδράσεις, ιστορική μνήμη, συναισθήματα. Στις σχετικές εξελίξεις καταγράφηκε η άμεση κινητοποίηση αρμόδιων Αρχών (Υπουργείο Πολιτισμού, Κεντρικό Συμβούλιο Νεότερων Μνημείων, Δημοτικό Συμβούλιο Καισαριανής κλπ) και, βέβαια, η αξιοσημείωτη διάθεση του Δημοσίου να αποκτήσει τα πολύτιμα τεκμήρια-φωτογραφίες· όχι μόνο ως πειστήριο, αλλά και κληροδότημα στην ιστορική διαχρονία του εθνικού φρονήματος/ήθους.
Πέραν, όμως, της συγκίνησης που προκαλεί η απεικόνιση τελευταίων στιγμών των Ελλήνων πατριωτών, η αντιμετώπιση της περήφανης στάσης, με ανθρώπινη αξιοπρέπεια, απέναντι στη βαρβαρότητα του ναζισμού, τα συνεπακόλουθα μηνύματα από το χθες στο σήμερα και επέκεινα, επιβάλλουν ένα γενικότερο αναστοχασμό για το διδακτικό χθες της Ιστορίας. Ακριβώς αυτή η μοναδική τεκμηρίωση -που ήδη αναγνωρίζεται από την Πολιτεία ως Μνημείο- για αυτά τα πρόσωπα, που βρέθηκαν σε ομηρία, φυλακισμένοι για χρόνια και χωρίς δικαστική απόφαση, πριν την εκτέλεσή τους, και για τα οποία επιχειρείται πλέον η «ταυτοποίησή» τους. Τούτο επαναφέρει, περισσότερο ζωντανεύει, την ηθική υποχρέωση/χρέος μας ως λαού και κράτους, στη Μνήμη αυτών των πατριωτών και όλων των άλλων που έπεσαν για την Πατρίδα, να ξαναδούμε ζητήματα της Κατοχής και τα εγκλήματα που τελέστηκαν τότε, χωρίς την αναγκαία/απαραίτητη κάθαρση στην μεταπολεμική Ελλάδα.
Η εκτέλεση των «200» στην Καισαριανή -τιμωρητική «απάντηση» στην επίθεση του ΕΛΑΣ και στον φόνο του υποστράτηγου Κρεχ στους Μολάους της Λακωνίας– συνιστά έγκλημα πολέμου, ακόμα και πριν από το καθεστώς του σύγχρονου Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου -που οριοθετούν οι Συμβάσεις της Γενεύης του 1949– υπό το «παλαιό» Δίκαιο του πολέμου, την τέταρτη Σύμβαση της Χάγης του 1907 και τον Κανονισμό της. Τα διεθνή κείμενα απαγορεύουν την ομηρία αμάχων, τα μαζικά αντίποινα, τη λογική δηλαδή της συλλογικής ευθύνης, που ακολούθησαν οι Ναζί συστηματικά στην κατεχόμενη Ελλάδα. Μάλιστα, και με χαρακτηρισμό ως εθιμικών κανόνων, βρήκαν, στην Νυρεμβέργη, θέση στο κατηγορητήριο και σε ποινές που επιβλήθηκαν για ανάλογες μαζικές εκτελέσεις ομήρων. Τούτο αναδεικνύει και τη νομική ευθύνη για εθνική δίωξη των υπευθύνων τέτοιων σοβαρών εγκλημάτων. Και είναι θλιβερή αλήθεια ότι εγκλήματα πολέμου και δίωξη δωσιλόγων -πλην κάποιων εξαιρέσεων- δεν βρήκαν την πρέπουσα νομική/ηθική κάθαρση στη χώρα.
Η διαπίστωση αυτής της ατιμωρησίας και απονομής δικαιοσύνης συνειρμικά οδηγεί και στο ζήτημα της ανεκπλήρωτης νομικής διεκδίκησης των γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων, ενώ διεξάγεται σήμερα, ενώπιον ελληνικών δικαστηρίων, η υπόθεση της «σφαγής» στο Δομένικο. Η διαδρομή, με ποικίλες εξελίξεις και εντάσεις κινήσεων, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, ενώπιον ποικίλων -κυρίως- δικαιοδοτικών οργάνων, εθνικών και διεθνών, θέτει πάντα -ως πρόκληση- το ζήτημα της υποχρέωσης αποκατάστασης της βλάβης κράτους/πολιτών. Η αρχή της δικαστικής ασυλίας του κράτους απέναντι στη βάναυση παραβίαση κανόνων «αναγκαστικού» χαρακτήρα στο πεδίο του Ανθρωπιστικού δικαίου και των Δικαιωμάτων του ανθρώπου, δεν μπορεί να διατηρεί ακόμα την «ισχύ» της και η εξελισσόμενη διεθνής πρακτική μαρτυρεί την τάση.
Η παρούσα συνθήκη προσφέρει μια νέα ευκαιρία για αναστοχασμό, ενδοσκόπηση. Στο ισοζύγιο των Αξιών, που δοκιμάζονται σήμερα στην ανθρωπότητα, πρέπει να μπει και αυτή η διάσταση. Εξάλλου, η διεθνής κατάσταση το υπογραμμίζει αβίαστα.
Στέλιος Περράκης
Πρόεδρος Κέντρου Διεθνούς Δικαίου και Διπλωματίας (Ομοτ. Καθηγητής Διεθνών και Ευρωπαϊκών Θεσμών και πρώην Αντιπρύτανης Παντείου Πανεπιστημίου, τ. Πρόεδρος Ελληνικής Εταιρείας Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων, πρώην ΓΓΕΥ ΥπΕξ, πρώην Πρέσβης-Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδος στο Συμβούλιο της Ευρώπης)

